Το κλειδί στην επίτευξη στόχων για το κλίμα

Οι αναδυόμενες αγορές και αναπτυσσόμενες οικονομίες στον αγώνα για το κλίμα

Kemal Dervis

Project Syndicate

Τεχνικά εφικτή και οικονομικά αξιόλογη έχει καταστεί η επίτευξη μηδενικών εκπομπών αερίων θερμοκηπίου μέχρι το 2050, λόγω των πρόσφατων εξελίξεων στις πράσινες τεχνολογίες. Η επίτευξη αυτού του στόχου θα έχει ως αποτέλεσμα να  διατηρηθεί η υπερθέρμανση του πλανήτη κάτω από τους 2° C σε σχέση με τα προ-βιομηχανικά επίπεδα, και ιδιαίτερα τώρα που όλο και περισσότερες χώρες έχουν αρχίσει να τον υιθετούν. Ωστόσο, οι χώρες πρέπει να αρχίσουν άμεσα να μειώνουν τις εκπομπές.

Η κλιματική αλλαγή επηρεάζει διάφορα μέρη του κόσμου με διαφορετικό τρόπο και δεν είναι όλες οι χώρες το ίδιο υπεύθυνες για τις εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα. Το γεγονός αυτό, είχε ως αποτέλεσμα να μην υπάρξει διεθνής συναίνεση σχετικά με τον τρόπο που θα κατανεμηθούν δίκαια τα κόστη μετριασμού. Ωστόσο, πριν από τη σύνοδο κορυφής των Ηνωμένων Εθνών για την κλιματική αλλαγή (COP26) στη Γλασκώβη, τον Νοέμβριο, η αναγνώριση της σοβαρότητας της απειλής που έχει τεθεί εξαιτίας της υπερθέρμανσης του πλανήτη, σε συνδυασμό με τη δραματική μείωση του κόστους των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, κατέστησε ευκολότερη την ταχεία πρόοδο. Στην πραγματικότητα, η έμφαση στη συζήτηση για το κλίμα έχει μετατοπιστεί από το κόστος του μετριασμού στις ευκαιρίες που προσφέρονται από τις νέες τεχνολογίες.

Ο αγώνας για την επίτευξη ενός κόσμου μηδενικών εκπομπών έως το 2050 παραμένει σκληρός, με κάθε χώρα να κινείται με διαφορετικούς ρυθμούς. Ωστόσο, γίνεται όλο και πιο ξεκάθαρο ότι η απόδοση των αναδυόμενων αγορών και των αναπτυσσόμενων οικονομιών (EMDEs), πλην της Κίνας, είναι πιθανό να αποτελεί το κλειδί της επιτυχίας.

Μεταξύ των προηγμένων οικονομιών, η Ευρώπη πρωτοστατεί στην προσπάθεια επίτευξης πράσινου μετασχηματισμού. Οι Ηνωμένες Πολιτείες υπό τον Πρόεδρο Τζο Μπάιντεν φαίνονται αποφασισμένες να αυξήσουν τις κλιματικές φιλοδοξίες τους, με τη τεχνολογική τους ικανότητα να τις καθιστά ικανές να επιτύχουν άριστες αποδόσεις, παρά τα συνεχή πολιτικά εμπόδια στο εσωτερικό τους. Το ίδιο μπορεί να ειπωθεί και για άλλες πλούσιες χώρες, όπως η Ιαπωνία και ο Καναδάς, οι οποίες διαθέτουν επίσης τους πόρους και την τεχνολογία να πρωτοστατήσουν στην επίτευξη μηδενικών εκπομπών.

Αυτές που πλήττονται σε μεγάλο βαθμό από τις συνεχιζόμενες κλιματικές αλλαγές και δεν μπορούν να αντέξουν εύκολα τα μέτρα μετριασμού και προσαρμογής είναι οι φτωχότερες χώρες. Έτσι, για ηθικούς λόγους, χρειάζονται βοήθεια, ώστε να μπορέσουν να προσαρμοστούν  στις πράσινες τεχνολογίες και να σημειώσουν κάποια πρόοδο. Οι συνολικές εκπομπές τους, όμως, σε διοξείδιο του άνθρακα δεν θα είναι τόσο μεγάλες ώστε να μπορέσουν να επηρεάσουν σε μεγάλο βαθμό το παγκόσμιο σύνολο εκπομπών έως το 2050.

Κάτι τέτοιο, όμως, δεν ισχύει για τις αναδυόμενες αγορές και τις αναπτυσσόμενες οικονομίες, καθώς οι κλιματικές φιλοδοξίες και δυνατότητές τους θα αποτελέσουν καθοριστικό παράγοντα στην επίτευξη των στόχων αυτών. Παρόλο που οι εκπομπές στις περισσότερες προηγμένες οικονομίες μειώνονται, στις αναδυόμενες αγορές και αναπτυσσόμενες οικονομίες, όπως και στην Κίνα, εξακολουθούν να αυξάνονται, σε σημείο που, σήμερα, αντιπροσωπεύουν περίπου τα δύο τρίτα των παγκόσμιων εκπομπών. (Η Κίνα από μόνη της παράγει περίπου το 30% των παγκόσμιων εκπομπών.)

Ωστόσο, επειδή η Κίνα διαφέρει σημαντικά από τις υπόλοιπες αναδυόμενες αγορές και αναπτυσσόμενες οικονομίες, το να την συγκρίνουμε με τις χώρες αυτές δεν είναι ο αποτελεσματικότερος τρόπος για να εκτιμήσουμε τις προοπτικές τους για περαιτέρω εξανθράκωση. Αρχικά, η Κίνα επιθυμεί, αλλά έχει και κάθε δυνατότητα, να είναι παγκόσμιος ηγέτης στις εξαγωγές πράσινων τεχνολογιών. Έστι, η προσπάθειά της να επιτύχει αυτή της την φιλοδοξία θα την κάνει να αναδείξει την ελκυστικότητα του κοινωνικοπολιτικού της συστήματος.

Επιπλέον, η Κίνα διαθέτει τους οικονομικούς πόρους για να καλύψει το αρχικό κόστος της πράσινης μετάβασης, ενώ οι ημιδημόσιες εταιρείες της δείχνουν πρόθυμες να καταστήσουν αυτές τις επενδύσεις κερδοφόρες. Τέλος, η Κίνα, λόγω του τεράστιου μεγέθους της, θα επωφεληθεί σημαντικά από τις μειώσεις εκπομπών, αντιμετωπίζοντας, έτσι, και το πρόβλημα του παρασιτισμού, ένα ζήτημα που πολλοί παραβλέπουν.

Υπάρχουν, λοιπόν, πολλοί λόγοι να πιστεύουμε ότι η Κίνα θα κλιμακώσει σύντομα τις πολιτικές της για το κλίμα και θα ξεκινήσει μια αναπτυξιακή πορεία, η οποία θα έχει ως αποτέλεσμα τη μείωση των εκπομπών. Αντίθετα, οι υπόλοιπες αναδυόμενες αγορές και αναπτυσσόμενες οικονομίες, παρόλο που διαφέρουν αρκετά μεταξύ τους, ακολουθούν όλες τις ίδιες πολιτικές για την αναπτυξιακή πορεία υψηλής έντασης άνθρακα.

Ο αναδυόμενες αγορές και αναπτυσσόμενες οικονομίες πρέπει να επενδύσουν σε μεγάλο βαθμό στην ενέργεια, τις μεταφορές, τη στέγαση και σε συναφείς τομείς, ώστε να μπορέσουν να ανταποκριθούν στις προσδοκίες των πληθυσμών τους, οι οποίοι συνεχίζουν να αυξάνονται (συν των εκατοντάδων εκατομμυρίων πολιτών που ζουν κάτω από το όριο της φτώχειας). Παρά τα δικαιολογημένα αισιόδοξα σενάρια μείωσης των εκπομπών για τις προηγμένες οικονομίες και την Κίνα, η πορεία των αναδυόμενων αγορών και αναπτυσσόμενων οικονομιών είναι αυτή που θα δείξει τη διαφορά μεταξύ του περιορισμού της υπερθέρμανσης του πλανήτη πολύ κάτω από τους 2 °C και της υπέρβασης του ορίου αυτού.

Σε σύγκριση με τις ανεπτυγμένες χώρες και την Κίνα, οι αναδυόμενες αγορές και αναπτυσσόμενες οικονομίες δεν μπορούν εύκολα να κινητοποιήσουν τη μακροπρόθεσμη προκαταρκτική χρηματοδότηση που απαιτείται για να τεθούν σε τροχιά πράσινης ανάπτυξης. Δεν διαθέτουν εγχώριο δημοσιονομικό χώρο και δεν πληρούν τις προϋποθέσεις για ευνοϊκούς πόρους από προηγμένες οικονομίες, οι οποίοι προορίζονται κυρίως για χώρες χαμηλού εισοδήματος.

Επιπλέον, ορισμένες σημαντικές αναδυόμενες αγορές και αναπτυσσόμενες οικονομίες, όπως η Ινδία, η Ινδονησία και η Νότια Αφρική, εξακολουθούν να βασίζονται σε μεγάλο βαθμό στον άνθρακα. Ενώ η κύρια πρόκληση αυτών των χωρών είναι η ταχεία ανάπτυξη της νέας πράσινης ικανότητας, αντιμετωπίζουν, παράλληλα, και τη δυσκολία παροπλισμού σχετικά νέων αποθεμάτων κεφαλαίου. Η Κίνα πρέπει, επίσης, να αντιμετωπίσει αυτά τα ζητήματα, αλλά έχει μεγαλύτερο περιθώριο να τα αντιμετωπίσει σε σχέση με άλλες χώρες.

Η μόνη βιώσιμη λύση σε αυτήν την πρόκληση είναι η μακροπρόθεσμη διεθνής χρηματοδότηση για τις αναδυόμενες αγορές και αναπτυσσόμενες οικονομίες, κυρίως από ιδιωτικές πηγές. Οι πολυμερείς αναπτυξιακές τράπεζες θα πρέπει να διευκολύνουν αυτήν τη διαδικασία προσφέροντας τον συνδυασμό κάποιας ελαφρώς ευνοϊκής χρηματοδότησης και παρέχοντας ευκολίες για τη μείωση του κινδύνου ώστε να αρχίσει να γίνεται χρήση ιδιωτικών πόρων. Αυτό θα απαιτούσε από τις πολυμερείς αναπτυξιακές τράπεζες να αποκτήσουν πρόσθετο κεφάλαιο μετόχων, καθώς και άδεια να χρησιμοποιούν τους ισολογισμούς τους λιγότερο συντηρητικά. Εν τω μεταξύ, η Κίνα, αντί να είναι καθαρός αποδέκτης ξένου κεφαλαίου, θα αποτελέσει πηγή μακροπρόθεσμης ιδιωτικής και δημόσιας χρηματοδότησης για τις υπόλοιπες αναδυόμενες αγορές και αναπτυσσόμενες οικονομίες.

Καθώς οι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής προετοιμάζονται για την COP26, οι προοπτικές για την επίτευξη ενός κόσμου ουδέτερου άνθρακα έως το 2050 βελτιώνονται. Ωστόσο, δεν γίνεται να περιμένουμε να διατηρηθεί η υπερθέρμανση του πλανήτη κάτω από τους 2 °C, εάν οι χώρες μεσαίου και χαμηλού μεσαίου εισοδήματος δεν συμμετέχουν πλήρως στον πράσινο μετασχηματισμό.

Ο Κεμάλ Ντέρβις, πρώην Υπουργός Οικονομικών της Τουρκίας και διοικητής του Προγράμματος Ανάπτυξης των Ηνωμένων Εθνών, είναι ανώτερο στέλεχος του Ιδρύματος Brookings. Ο Sebastián Strauss είναι ανώτερος αναλυτής και συντονιστής στρατηγικών δραστηριοτήτων στο Ίδρυμα Brookings. 

ot.gr