Γ. Παπαηλιού Βουλευτής Αρκαδίας, ΣΥ.ΡΙΖ.Α Πολυνομοσχέδιο-«σκούπα»: Ρυθμίσεις για όλα, θεσμικές εκπτώσεις και νέοι φραγμοί στη Δικαιοσύνη

«Μέτρα για την προστασία από στρατηγικές αγωγές προς αποθάρρυνση της
συμμετοχής του κοινού σύμφωνα με την Οδηγία (ΕΕ) 2024/1069 – Νέο
πλαίσιο για τη συμμόρφωση της Διοίκησης στις δικαστικές αποφάσεις – …»
1) Το νομοσχέδιο έχει έναν τίτλο, επικοινωνιακά «πιασάρικο», αφού, μέσω
της ενσωμάτωσης της κοινοτικής οδηγίας 2024/1069, αναφέρεται στην
αντιμετώπιση των στρατηγικών αγωγών προς αποθάρρυνση του κοινού-των
slapps αγωγών και στην προστασία της ελευθερίας του λόγου και στη
συμμόρφωση της διοίκησης στις δικαστικές αποφάσεις.
Όμως στην πραγματικότητα, πρόκειται για ένα πολυνομοσχέδιο, το οποίο,
όπως συνηθίζεται, ακόμη και όταν το εισηγείται το Υπουργείο Δικαιοσύνης,
που θα έπρεπε να δίδει το παράδειγμα της «καλής νομοθέτησης»
περιλαμβάνει ετερόκλητες ρυθμίσεις. «Πλίνθοι και κέραμοι ατάκτως
εριμμένοι».
Άλλο ένα δείγμα κάκιστης νομοθέτησης, που προωθεί η κυβέρνηση του
«επιτελικού κράτους» «των αρίστων» «του καθεστώτος Μητσοτάκη».
Ενδεικτικά, σ΄ αυτό, εκτός από την ενσωμάτωση της κοινοτικής Οδηγίας,
περιλαμβάνονται ρυθμίσεις, όπως:
Ι) Για την παράταση της θητείας των διοικήσεωνκαι των τριμελών συμβουλίων
διοίκησηςτων Δικαστηρίων

Με τη συγκεκριμένη αντισυνταγματικήπρόβλεψη, με την οποία παραβιάζεται
ωμά-καταργείται το αυτοδιοίκητο των δικαστηρίων, το οποίο αποτελεί
έκφανση της δικαστικής ανεξαρτησίας, αποδεικνύεται, η επιδίωξη της ΝΔ να
ελέγξει τα πάντα, ακόμη και με τρόπο αντισυνταγματικό, αυταρχικό,
αντιδημοκρατικό, «με το έτσι θέλω».

Πρόκειται για πρακτική που, ξεπερνώντας τα όρια της εξαίρεσης, έχει
χαρακτηριστικά διάρκειας, αφού είναι επαναλαμβανόμενη.
ιι) Για την παράταση της έναρξης ισχύος του νέου Δικαστικού Χάρτη, η οποία
αποδεικνύει τα προβλήματα και τα αδιέξοδατου νέου «Δικαστικού Χάρτη», για
τον οποίο η ΝΔ επαίρεται.
ιιι) Για πολλοστή φορά, τροποποιούνται ρυθμίσεις του ΚΠολΔ, που έτσι παύει
να έχει χαρακτηριστικά Κώδικα, ενώ αυξάνεται η ανασφάλεια δικαίου,
επιβαρύνεται και δυσχεραίνεται το έργο δικαστών και δικηγόρων, ενισχύεται η
κακονομία και η απονομή της δικαιοσύνης καθίσταται δυσχερέστερη.
ιv) Εισάγεται περιορισμός στο δικαίωμα άσκησης αναίρεσης, όταν το ποσό
της διαφοράς είναι μικρότερο από 20.000 ευρώ γενικά, και 8.000 ευρώ στις
εργατικές διαφορές.
Η λογική της συγκεκριμένης ρύθμισης είναι η αποσυμφόρηση του Αρείου
Πάγου, ώστε αυτός να μην επικεντρώνεται σε μεγάλο αριθμό υποθέσεων με
αντικείμενο μικρές οικονομικές διαφορές, αλλά σε υποθέσεις με μεγαλύτερη
οικονομική αξία και έτσι στηνκαλύτερη λειτουργία του αναιρετικού επιπέδου
απονομής της δικαιοσύνης.
Όμως, η αναίρεση δεν μπορεί να αφορά μόνο το οικονομικό αντικείμενο της
διαφοράς.
Τι σχέση έχει το οικονομικό κριτήριο, που λειτουργεί ως φίλτρο-φραγμός
πρόσβασης στον ανώτατο δικαστικό έλεγχο, ο οποίος εξετάζει νομικά
ζητήματα και δεν υπεισέρχεται στην ουσία της διαφοράς και επομένως στο
οικονομικό αντικείμενό της.
Μία υπόθεση που αφορά μικρή οικονομική διαφορά μπορεί να έχει μεγάλη
κοινωνική σημασία, να ενσωματώνει σημαντικά νομικά ζητήματα, ενώ μπορεί
να υπάρχει ανάγκη ενιαίας ερμηνείας του νόμου.
Η αναίρεση, μη λειτουργώντας ως ένα ακόμη στάδιο γενικής δικαστικής
κρίσης, δεν αποτελεί τρίτο βαθμό δικαιοδοσίας, δεν επανεξετάζει τα
πραγματικά περιστατικά, αλλά ελέγχει την ορθή εφαρμογή του νόμου και
εξασφαλίζει την ενότητα της νομολογίας. Συνακόλουθα δεν μπορεί να αφορά
μόνο το οικονομικό αντικείμενο της διαφοράς.
Και πάντως, υφίσταται ένα σημαντικό ζήτημα πρόσβασης στη Δικαιοσύνη από
όλους. Πρόκειται για ταξικό φραγμό. Με τον περιορισμό του δικαιώματος
αναίρεσης, επί πολιτικών υποθέσεων, περιορίζεται υπέρμετρα η δικαστική
προστασία και αναδεικνύονται στοιχεία ταξικής δικαιοσύνης.

V) Για την εκ νέου αλλαγή της οργάνωσης του πειθαρχικού δικαίου των
δημοσίων υπαλλήλων, που το 2025 είχε επίσης αλλάξει άρδην, είχε αποτύχει,
και, με τις νέες τροποποιήσεις-μπαλώματα επιχειρείται να καλυφθούν.

VI) Για την ανάθεση κτηνιατρικών πράξεων στις ιατροδικαστικές υπηρεσίες !!!
VII) Και άλλες διατάξεις.
2) Το νομοσχέδιο, με την ενσωμάτωση της Οδηγίας για την αντιμετώπιση των
slapps αγωγών συνδέεται με ζητήματα ιδιαίτερης θεσμικής σημασίας.
Συγκεκριμένα συνδέεται με την ελευθερία της έκφρασης, τη λυδία λίθο όλων
των ελευθεριών, θεμέλιο της δημοκρατικής κοινωνίας, τον ίδιο τον πυρήνα
της Δημοκρατίας, που περιλαμβάνει τη διάδοση, τη λήψη και διάδοση κάθε
φύσης πληροφοριών ή ιδεών-στοχασμών-απόψεων προφορικά, γραπτά, δια
του τύπου, δηλαδή όλα όσαείναι απαραίτητα, για το δημόσιο διάλογο, για τον
σχηματισμό της κοινής γνώμης, για τη λήψη αποφάσεων και για τον έλεγχο
της εξουσίας από την κοινωνία, όπως προβλέπεται στα άρθρα 14 Σ. και 10
ΕΣΔΑ)

Οι slapp στρατηγικές είναι αβάσιμες αγωγές ή μηνύσεις που κατατίθενται από
κάποιο ισχυρό πρόσωπο ή οργανισμό κατά μη κυβερνητικών προσώπων,
οργανώσεων, δημοσιογράφων και απλών πολιτών, που διατυπώνουν κριτική
για ζητήματα δημοσίου ενδιαφέροντος.
Ο σκοπός τέτοιων αγωγών ή μηνύσεων δεν είναι να κερδηθεί η δικαστική
υπόθεση, αλλά ο εκφοβισμός και ο εκβιασμός όσων ασκούν κριτική, μέσω της
ηθικής και οικονομικής εξουθένωσής τους και βέβαια η αποθάρρυνση της
συμμετοχής του κοινού από το δημόσιο διάλογο.
Ο διάλογος επί δημοσίων θεμάτων πρέπει να διεξάγεται χωρίς αναστολές,
και να είναι ανοιχτός και ζωντανός εφ΄ όλης της ύλης, ενώ ο συνταγματικά
προστατευόμενος λόγος «μπορεί να περιλαμβάνει σφοδρές, καυστικές και
κάποιες φορές δυσάρεστα οξείες επιθέσεις σε κυβερνητικούς και δημόσιους
λειτουργούς και οικονομικά ισχυρούς».

Σε αυτό το πλαίσιο εξασφαλίζεται η προνομιακή μεταχείριση της ελευθερίας
της έκφρασης, ιδίως σε περιπτώσεις προσβολής της τιμής δημοσίων
προσώπων καθώς και σε περιπτώσεις ζητημάτων δημοσίου ενδιαφέροντος.
Και αυτό, διότι αυτές οι περιπτώσεις δεν συνιστούν συνηθισμένες δικαστικές
διαφορές.
Αφορούν τη χρήση της δικαστικής διαδικασίας ως εργαλείου-μέσου πίεσης,
απειλής, και εκφοβισμού έναντι δημοσιογράφων, ερευνητών, οργανώσεων
της κοινωνίας των πολιτών ή απλών πολιτών που εκφράζουν δημόσια άποψη
για ζητήματα γενικού ενδιαφέροντος.

Όμως η Δημοκρατία όμως δεν λειτουργεί χωρίς δημόσια κριτική, χωρίς έλεγχο
της εξουσίας, χωρίς τη δυνατότητα των πολιτών να ασκούν κριτική σε ισχυρά
οικονομικά ή πολιτικά συμφέροντα.
Με την ελευθερία του λόγου δεν προστατεύονται μόνονοι απόψεις με τις
οποίες συμφωνούμε.
Προστατεύονται κυρίως εκείνες οι αιρετικές απόψεις που ενοχλούν, που
αμφισβητούν, που οικοδομούν δημόσιο διάλογο.
Η ενσωμάτωση της κοινοτικής οδηγίας 2024/1069 κινείται προς αυτή την
κατεύθυνση.
Όμως δεν καλύπτονται όλες οι περιπτώσεις, όπως τακεφάλαια των
φορολογικών, τελωνειακών, διοικητικών και ποινικών υποθέσεων, γεγονός
που περιορίζει το πεδίο εφαρμογής της.
Η προστασία έναντι των καταχρηστικών αγωγών είναι αναγκαία.
Δεν μπορεί η οικονομική ισχύς κάποιου να μετατρέπεται σε όπλο φίμωσης.
Δεν μπορεί η απειλή μιας πολυετούς και δαπανηρής δικαστικής διαδικασίας
να λειτουργεί ως μηχανισμός σιωπής.
Και αυτό διότι σ΄ αυτή την περίπτωση η τυπική ελευθερία έκφρασης
παραμένει στα χαρτιά, ενώ στην πράξη περιορίζεται.
Είναι χαρακτηριστική η περίπτωση των αγωγών και μηνύσεων του πρώην
γραμματέα του πρωθυπουργού Γρ. Δημητριάδη κατά παντός επικρίνοντος το
Μέγαρο Μαξίμου και τον ίδιο. Βέβαια αυτές απορρίφθηκαν «μετά πολλών
επαίνων» από τα δικαστήρια.
Δείγμα, ότι υπάρχουν «δικασταί εις τας Αθήνας» και η ελληνική Δικαιοσύνη
έχει σφυγμό, παρά τα αλλεπάλληλα πλήγματα που έχει δεχτεί από την
κυβέρνηση της ΝΔ δυστυχώς σε συνεργασία με την ηγεσία της Δικαιοσύνης.
3) Ως προς τη συμμόρφωση της Διοίκησης προς τις δικαστικές αποφάσεις.

Πρόκειται για ένα ζήτημα που βρίσκεται στον πυρήνα του κράτους δικαίου,
αφού η Δικαιοσύνη δεν κρίνεται μόνο από το αν εκδίδει αποφάσεις, κρίνεται
και από το αν οι αποφάσεις αυτές εφαρμόζονται.
Μια δικαστική απόφαση που δεν εκτελείται στην πράξη, μια απόφαση που
παραμένει απλώς ένα έγγραφο χωρίς πραγματικό αποτέλεσμα, υπονομεύει
την ίδια τη λειτουργία της Δημοκρατίας.
Ο πολίτης δεν προσφεύγει στη Δικαιοσύνη για να αποκτήσει απλώς το
έγγραφο μιάς δικαστικής απόφασης.
Προσφεύγει για να αποκαταστήσει μία αδικία, για να προστατεύσει τα
δικαιώματά του, για να απολαύσει όσα δικαιούται.
Προσφεύγει γιατί εμπιστεύεται ότι το κράτος δικαίου λειτουργεί.
Η υποχρέωση της Διοίκησης, να συμμορφώνεται προς τις δικαστικές
αποφάσεις, δεν αποτελεί μια απλή διοικητική υποχρέωση, αλλά συνταγματική
αρχή και στοιχείο της διάκρισης των εξουσιών, δεδομένου μάλιστα ότι οι
δικαστικές αποφάσεις δεν είναι εμπόδιο στη λειτουργία της (της Διοίκησης),
αλλά εγγύηση νομιμότητας.
Η εκτελεστική εξουσία δεν μπορεί να θεωρεί τις δικαστικές κρίσεις ως απλές
συστάσεις και να επιλέγει ποιές δικαστικές αποφάσεις θα εφαρμόσει και ποιές
θα αγνοήσει
Έτσι πράττει η κυβέρνηση της ΝΔ, μη εφαρμόζοντας δικαστικές αποφάσεις,
όπως ενδεικτικά αυτήν του ΣτΕπου επιβάλλει στην υπαγόμενη στον
πρωθυπουργό ΕΥΠ, να ενημερώσει τον πρόεδρο του ΠΑΣΟΚ για τους
λόγους παρακολούθησής του.
Οι θεσμοί δεν ενισχύονται μόνο με νομοθετικές διακηρύξεις, ενισχύονται με
πολιτικές που εξασφαλίζουν την πραγματική εφαρμογή τους και συνακόλουθα
αποκαθιστούν την αξιοπιστία τους έναντι των πολιτών.

Στο πλαίσιο του κράτους δικαίου, η δημόσια κριτική προστατεύεται, οι ισχυροί
έχοντες και κατέχοντες δεν έχουν περισσότερα δικαιώματα από τους μη
προνομιούχους, οι εν γένει εξουσίες ελέγχονται, η Δικαιοσύνη απονέμεται
έγκαιρα και αποτελεσματικά και η Διοίκηση σέβεται τις αποφάσεις της.