Την Τετάρτη 5 Αυγούστου ολοκληρώθηκε η πενθήμερη αποστολή του ΕΟΣ Τρίπολης στη βόρεια Πίνδο, στην οποία συμμετείχαν 30 μέλη του Συλλόγου.
Η αποστολή ξεκίνησε από την Τρίπολη το Σάββατο 6 Αυγούστου με αρχικό προορισμό την Κόνιτσα για προμήθειες και στη συνέχεια το χωριό Πάδες (που στα Βλάχικα σημαίνει «επίπεδος τόπος»), ένα από τα βλαχοχώρια των Ιωαννίνων με τρεχούμενες πηγές και την εκκλησία του να χρονολογείται από το 1748. Στα 1.140 μέτρα υψόμετρο στις νότιες πλαγιές του Σμόλικα, το μικρό χωριό είναι ένα από τα ορεινότερα των Ιωαννίνων με μόλις 31 κατοίκους, έχοντας χάσει τα ⅘ του πληθυσμού του σε λίγο παραπάνω από μισό αιώνα. Παρ’ όλα αυτά το βράδυ η πλατεία γέμισε με γκάιντες, λαούτα, νταϊρέδες και πολυφωνικά τραγούδια που έμοιαζαν να ξυπνούν για λίγο τους νεκρούς μέσα από τα βουνά, μέχρι να ησυχάσει ξανά το πρωί.
Τα ξημερώματα (με μερικούς από την ομάδα αρκετά ξενυχτισμένους αφού συμμετείχαν στα μουσικά δρώμενα), η αποστολή πέρασε το χωριό Παλαιοσέλλι προς το ορειβατικό καταφύγιο του Σμόλικα, με πρώτο στόχο τη δρακόλιμνη – που στην περιοχή την ονομάζουν και Λύγκα – σε υψόμετρο 2.200 μέτρων. Αυτή ξεπροβάλλει εκεί που τελειώνει το δάσος των μαύρων πεύκων και της οξιάς, αμέσως μόλις το μονοπάτι ξανοίγει προς ένα αλπικό λιβάδι, που είναι καταπράσινο ακόμα και τον Αύγουστο. Τα νερά της είναι καταγάλανα, περιτριγυρισμένα από αγριομενεξέδες και κρίνα, και αποτελεί καταφύγιο για ένα από τα ομορφότερα (και αυστηρά προστατευόμενα) αμφίβια είδη στην Ελλάδα, έναν λιλιπούτειος δράκος, τον αλπικό τρίτωνα. Μετά από λίγη ξεκούραση στις όχθες της, η διαδρομή ανηφόρισε απότομα, σε βραχώδες τοπίο, για την δεύτερη υψηλότερη κορυφή της Ελλάδας μετά τον Όλυμπο – την κορυφή του Σμόλικα που οι σύγχρονοι τη λένε «Γέρο» – σε υψόμετρο 2.631 μέτρων. Με το πάτημα της κορυφής εμφανίζονται κρυμμένα στα σκιερά κοιλώματα της κορυφής χιόνια που δε λιώνουν ποτέ, ενώ η θέα δύσκολα χωρά σε μια μόνο ματιά, αποκαλύπτοντας την οροσειρά της Πίνδου ακόμα και μέχρι τα Άγραφα, με την Τύμφη και το Γράμμο να επιβάλλονται όπου κι αν στραφεί το βλέμμα.
Μετά την επιστροφή και έναν σύντομο βραδυνό ύπνο, η αποστολή ταξίδεψε ακόμα βορειότερα για τη Γράμοστα (ή Γράμμο Καστοριάς), ένα από τα βορειότερα χωριά της Ελλάδας σε υψόμετρο 1.380 μέτρων, στις βόρειες όχθες του Αλιάκμονα. Το χωριό κάποτε ήταν κέντρο για χιλιάδες Βλάχους και Σαρακατσάνους νομάδες κτηνοτρόφους που έρχονταν από τα χειμαδιά της Θεσσαλίας και των παράκτιων ζωνών της Ηπείρου, αλλά αφού υπέστη αρχικά καταστροφές από τον Αλή Πασά, τελικά ερημώθηκε πλήρως κατά τον εμφύλιο. Σήμερα δεν έχει κανέναν μόνιμο κάτοικο, το παλιό σχολείο έχει μετατραπεί σε φυλάκιο του στρατού, ενώ σημάδια του εμφυλίου είναι ακόμα φανερά τόσο στα κτίρια – όπως στην εκκλησία του χωριού – όσο και στους λιγοστούς ανθρώπους, όπως εκμυστηρεύτηκε και ο παπάς του χωριού ο οποίος το επισκέπτεται για μόλις λίγες ημέρες κάθε μήνα.
Από εκεί την Τρίτη το πρωί η αποστολή ξεκίνησε για την ανάβαση του Γράμμου, διασχίζοντας ατελείωτα απόκοσμα λιβάδια, αφού κάθε ίχνος δέντρου από τη ζώνη αυτή και πάνω έχει προ πολλού καταστραφεί τόσο από την υπερβόσκηση όσο και από τον εμφύλιο. Με την ομάδα να ανηφορίζει για ώρες με τα σακίδια στην πλάτη, ο ένας πίσω από τον άλλο με βαριά βήματα, είναι δύσκολο να μη σκεφτεί κανείς έστω και για λίγο ότι βαδίζει με κάποιον στρατό από το παρελθόν, είτε σαν κυνηγός είτε σαν κυνηγημένος. Με ελάχιστα ίχνη μονοπατιού, τη διαδρομή ορίζουν τα αλεπάλληλα γιδόστρατα και το ανάγλυφο των πλαγιών, με τον πρώτο προορισμό να είναι η αλπική λίμνη Γκιστόβα (ή Γκιζτόβα ή Γκίστβα) σε υψόμετρο 2.353 μέτρων, όπου ο θρύλος λέει ότι δημιουργήθηκε από το δάκρυ ενός δράκου*. Από εκεί η πορεία έγινε πιο ομαλή, περπατώντας ακριβώς επάνω στα σύνορα Ελλάδας – Αλβανίας κατά μήκος της κορυφογραμμής. Κοιτώντας στα αριστερά, αμέτρητες μικρές πηγές χαράζουν εδώ και χιλιετίες όλο και πιο βαθιά την Ελληνική μεριά του βουνού, για να ονομαστούν μετά από λίγο όλες μαζί Αλιάκμονας, το μεγαλύτερο ποτάμι που πηγάζει στην Ελλάδα. Κοιτώντας στα δεξιά, τα βοσκοτόπια της Αλβανίας απλώνονται μέχρι την πεδιάδα της Σελενίτσα και της Ερσέκα, της πόλης στην οποία την 21η Νοεμβρίου του 1940 μπήκε το Β’ Σώμα του Ελληνικού Στρατού περνώντας πάνω από το Γράμμο, διασπάζοντας τις Ιταλικές δυνάμεις, για να ανοίξει το δρόμο για την Κορυτσά. Μόλις 3 χιλιόμετρα κορυφογραμμής και λίγα χρόνια ιστορίας πιο μετά, μια σειρά οχυρώσεων του εμφυλίου είναι ακόμα σκαμμένες σε μια απότομη αλλά σχετικά μικρή ανάβαση η οποία οδηγεί στην κορυφή του Γράμμου, την 4η ψηλότερη της Ελλάδας με την ονομασία «Τσούκα Πέτσικ» (ή Τσούκα Πετς ή Τσούκα αλ Πέτσιου) σε υψόμετρο 2.520 μέτρων. Από εκεί, ένα ζευγάρι χρυσαετών στις απέναντι κορυφές μοιάζει να επιτηρεί το μέρος κάνοντας κάθε τόσο κυκλικές «περιπολίες», ενώ η αποστολή αποφάσισε να κατηφορίσει από την πίσω πλευρά πλάι στα νερά του Αλιάκμονα, ολοκληρώνοντας μια συνολική πορεία 22 χιλιομέτρων, μέχρι να βρεθεί πίσω στο χωριό.
Την ίδια μέρα μια μικρότερη ομάδα ξεκίνησε από το χωριό ακολουθώντας όμως αντίθετη πορεία προς τα νότια, διασχίζοντας την δασωμένη κοιλάδα της Γράμοστας προς ένα πολύ στενό πέρασμα που ονομάζεται «Πόρτες», εκεί που το φαράγγι της Γράμοστας δημιουργεί μια φυσική οχύρωση ανάμεσα σε δύο θεόρατους και απόκρημνους βράχους. Από εκεί μέχρι και τον 2ο Παγκόσμιο Πόλεμο ήταν και το μοναδικό πέρασμα για την περιοχή, καθιστώντας την πρακτικά απόρθητη. Αυτή η διαδρομή η οποία εκτεινόταν μέχρι λίγο πιο χαμηλά στο Λιανοτόπι (με διάσπαρτους οικισμούς κτηνοτρόφων και υλοτόμων), ονομαζόταν «Βλαχόστρατα», γιατί αποτελούσε τη μεγάλη λεωφόρο των αμέτρητων κοπαδιών που πηγαινοέρχονταν από και προς τα χειμαδιά δύο φορές το χρόνο, με τα ίχνη από καλντερίμι να είναι ακόμα ορατά σε ορισμένα σημεία. Μετά από περίπου 2 ώρες πορεία, η 2η ομάδα έφτασε στη βάση του στενού περάσματος όπου βρίσκονται ακόμα τα ερείπια του νοσοκομείου του Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδας, το οποίο κατασκευάστηκε την Άνοιξη του 1948, κρυμμένο μέσα σε σπηλιά. Στην πραγματικότητα αυτό είναι μία μικρή αλλά οχυρωμένη πτέρυγα ενός αρκετά μεγαλύτερου νοσοκομειακού συγκροτήματος το οποίο την εποχή του εμφυλίου μπορούσε να εξυπηρετήσει μέχρι και 1.200 νοσηλευόμενους ταυτόχρονα, δίνοντας μια τάξη μεγέθους για το ανθρώπινο κόστος του εμφυλίου.
Ανάμεσα στις δύο ημέρες αναβάσεων, η αποστολή επισκέφτηκε το Πάρκο Εθνικής Συμφιλίωσης το οποίο βρίσκεται σε υψόμετρο 1.455 μέτρων στο Γράμμο, και λειτουργεί υπό την εποπτεία του Ιδρύματος της Βουλής των Ελλήνων. Εκεί τα μέλη του ΕΟΣ Τρίπολης υποδέχθηκε ο επιστημονικός υπεύθυνος του Πάρκου, ιστορικός και διδάκτωρ του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων Θοδωρής Σιόντης, ο οποίος ήρθε εκτός του προγράμματος του Πάρκου (κατόπιν συνεννόησης) για να κάνει στην ομάδα μια μεγάλη και πολύ συγκινητική ξενάγηση, τόσο στον ευρύτερο χώρο του Γράμμου και της ιστορίας του, όσο και στην μόνιμη έκθεση που λειτουργεί στο κτίριο του Πάρκου.
Το πενθήμερο συμπληρώθηκε με επίσκεψη στην πανέμορφη Κόνιτσα, μπάνιο στα νερά του Αώου και του Βοϊδομάτη κάτω από τα παλιά γεφύρια, και βραδιές με ψήσιμο και τραγούδι από τους πιο καλλίφωνους (ή και όχι).
Θερμά συγχαρητήρια στον έφορο ορειβασίας του ΕΟΣ Τρίπολης Γιάννη Βασιλείου, ο οποίος εκτός από αρχηγός της αποστολής, έφερε σε πέρας το πολύ δύσκολο κομμάτι της οργάνωσης αυτού του πολύ όμορφου οδοιπορικού. Θερμά συγχαρητήρια επίσης και σε όλα τα μέλη του Συλλόγου που συνέβαλαν σε αυτή την αποστολή, στην οποία με μεγάλη χαρά καλωσορίσαμε και τον 4χρονο Ιάσωνα-Νικόλα, την 6χρονη Νεφέλη και τον 12χρονο Θοδωρή που ολοκλήρωσαν μεγάλο μέρος των αναβάσεων.
*Ο θρύλος λέει ότι κοντά στη Γράμοστα κατοικούσε ένας καλόκαρδος δράκος, όμως οι κάτοικοι αποφάσισαν να τον διώξουν. Όταν τον έδιωχναν πάνω προς το βουνό, ο δράκος παρακάλεσε να ξεκουραστεί για λίγο και εκεί πικραμένος έσταξε ένα μικρό δάκρυ, το οποίο δημιούργησε μια μικρή δρακόλιμνη. Οι κάτοικοι όμως τον κυνήγησαν για να τον διώξουν ακόμα πιο μακριά, σε σημείο που δεν μπορούσε πλέον να αντικρύζει το χωριό. Εκεί, από τη στενοχώρια του ο δράκος έσταξε ένα πολύ μεγάλο δάκρυ από το οποίο έγινε η λίμνη που σήμερα ονομάζεται Γκιστόβα.





